«Βόμβα» από ΣτΕ: Τέλος στη διπλή εθνική σύνταξη για 200.000 δικαιούχους

Ανατροπή στις συντάξεις χηρείας και στα καταβαλλόμενα ποσά που εισπράττουν δεκάδες χιλιάδες δικαιούχοι, φέρνει απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, σχετικά με τη χορήγηση της εθνικής σύνταξης.
Ειδικότερα το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της χώρας, με την υπ’ αριθμόν 699/2026 απόφασή του ξεκαθαρίζει το τοπίο γύρω από τη σώρευση συντάξεων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της «εγκυκλίου Τσακλόγλου», η οποία είχε εκδοθεί στις αρχές του 2021 και, ερμηνεύοντας τον «νόμο Κατρούγκαλου» (ν.4387/16), τόνιζε ότι θα έπρεπε να καταβάλλεται μόνο μία εθνική σύνταξη, σε όλους τους συνταξιούχους.
Το ΣτΕ αποφάσισε ότι όντως δεν θα πρέπει οι συνταξιούχοι να λαμβάνουν πάνω από μία εθνική σύνταξη. Ωστόσο, επειδή η συγκεκριμένη εγκύκλιος έχει «κανονιστικό» και όχι ερμηνευτικό χαρακτήρα, ζήτησε να μην εφαρμοστεί.
Όμως, με τη συγκεκριμένη απόφαση «ανοίγει ζήτημα» για τουλάχιστον 200.000 συντάξεις χηρείας, που έχουν καταβληθεί από το 2019 έως σήμερα, έτος έναρξης εφαρμογής του σχετικού νόμου.
Η υπόθεση, σύμφωνα με το ΕΝΥΠΕΚ, είχε δικαστεί στις 5-12-2024 ενώπιον του ΣτΕ (7μελής σύνθεση) και οι εκπρόσωποι των συνταξιούχων χηρείας είχαν ζητήσει την ακύρωση της Φ.80000/Δ17/109302/30-12-2021 εγκυκλίου του πρώην Υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων κ.Τσακλόγλου με θέμα «Εθνική σύνταξη και κατώτατα όρια σε περίπτωση σώρευσης-Συντάξεις χηρείας μετά την πρώτη τριετία».
Με πλειοψηφία η 7μελής σύνθεση του Α’ Τμήματος του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε συνταγματική μία από τις διατάξεις του νόμου Τσίπρα-Κατρούγκαλου (άρθρο 7 παρ. 5 ν. 4387/2016) που επιτρέπει ΜΙΑ ΜΟΝΟ εθνική σύνταξη σε περίπτωση σώρευσης στο ίδιο πρόσωπο περισσοτέρων τής μίας συντάξεως (σύνταξη χηρείας-σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος).
Σύμφωνα με την ΕΝΥΠΕΚ, με την απόφαση αυτή 200.000 και πλέον συνταξιούχοι λόγω θανάτου κινδυνεύουν με επιστροφή ποσών 15.000-30.000 ευρώ.
Το σκεπτικό του Συμβουλίου της Επικρατείας βασίζεται στην αδιάστικτη γραμματική διατύπωση του νόμου. Το δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα των συνταξιούχων περί του αντιθέτου, τονίζοντας ότι η σύνταξη χηρείας αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα το οποίο ασκείται «ιδίω δικαίω» και, ως εκ τούτου, υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς με όλα τα υπόλοιπα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Η μείωση αυτή, όπως διευκρινίζεται, επηρεάζει το συνολικό άθροισμα των εθνικών συντάξεων όταν αυτό ξεπερνά το θεσμοθετημένο όριο των 384 ευρώ και δεν στρέφεται αποκλειστικά κατά της σύνταξης λόγω θανάτου.
Το διοικητικό σκέλος της απόφασης επικεντρώνεται στη νομιμότητα της εγκυκλίου Φ.80000/Δ17/109302/30-12-2021 του πρώην Υφυπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία εξειδίκευε ζητήματα σχετικά με την εθνική σύνταξη και τα κατώτατα όρια σε περίπτωση σώρευσης, καθώς και τις συντάξεις χηρείας μετά την πρώτη τριετία.
Η επίμαχη εγκύκλιος προέβλεπε ότι ο περιορισμός της μίας εθνικής σύνταξης θα ίσχυε για το μέλλον, δηλαδή για όσες συντάξεις θα σωρεύονταν μετά την έκδοσή της. Παράλληλα, για τους συνταξιούχους που ήδη λάμβαναν διπλή εθνική σύνταξη βάσει προγενέστερων οδηγιών των υπηρεσιών, η εγκύκλιος όριζε ότι το επιπλέον ποσό θα διατηρούνταν και θα εμφανιζόταν ως «προσωπική διαφορά», προκειμένου να μην υποχρεωθούν οι πολίτες σε επιστροφή αναδρομικών ποσών που θα μπορούσαν να κυμανθούν από 15.000 έως 30.000 ευρώ ανά περίπτωση.
Η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας επί αυτού του χειρισμού προσδιορίζει τη νομική φύση της πράξης. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη αυτή, αν και έφερε τον τίτλο της εγκυκλίου, δεν αποτελούσε μια απλή ερμηνευτική οδηγία προς τις υπηρεσίες. Από τη στιγμή που μετέθετε τον χρόνο έναρξης των αποτελεσμάτων του νόμου και εισήγαγε τη ρύθμιση της «προσωπικής διαφοράς» για τις παλαιές συντάξεις, η πράξη αυτή παρήγαγε νέο δίκαιο και είχε κανονιστικό χαρακτήρα.
Η εξέλιξη αυτή φέρει τη Διοίκηση ενώπιον της ανάγκης για νέες ρυθμίσεις, καθώς το μεταβατικό καθεστώς και η προσωπική διαφορά ακυρώθηκαν. Μετά την ακύρωση αυτή, οι υπηρεσίες καλούνται να διαχειριστούν τις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις σύμφωνα με το ακριβές γράμμα του νόμου, όπως αυτό ερμηνεύτηκε.
Η επίκληση της αρχής της χρηστής διοίκησης από την πλευρά του Υπουργείου, το οποίο υποστήριξε ότι η ρύθμιση υπαγορεύθηκε από την ανάγκη προστασίας των συνταξιούχων που εισέπραξαν καλόπιστα τα ποσά λόγω εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο, καθώς κρίθηκε ότι δεν μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη νομοθετικού ερείσματος.
Η επόμενη ημέρα της απόφασης του ΣτΕ αναμένεται να επικεντρωθεί στην αναζήτηση νομοθετικών λύσεων, καθώς οι εκπρόσωποι των συνταξιούχων απευθύνουν ήδη καλέσματα για την κατάργηση της διάταξης περί μίας εθνικής σύνταξης και τη θεσμική προστασία της συγκεκριμένης ευαίσθητης κοινωνικής κατηγορίας.
Οι συνταξιούχοι του ιδιωτικού τομέα
Όλα αυτά, ενώ ήδη υπάρχει «ανοιχτό» το θέμα με τους δικαιούχους συντάξεων χηρείας, που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα και για τους οποίους δεν έχει γίνει η περικοπή μετά την πάροδο της τριετίας, όπως έχει πραγματοποιηθεί για όσους προέρχονται από το Δημόσιο Τομέα.
Πρόκειται για τη μείωση από το 70% της σύνταξης, στο 35%, με τη συμπλήρωση τριών ετών καταβολής της σύνταξης θανάτου. Η συγκεκριμένη περικοπή θα έπρεπε να έχει εφαρμοστεί και για τους δικαιούχους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι είτε λαμβάνουν σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος είτε συνεχίζουν να εργάζονται. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί και εκεί είναι επίσης πιθανό να αναζητηθούν αναδρομικά ποσά. Θυμίζουμε ότι αυτή η περικοπή έχει εφαρμοστεί για δικαιούχους του Δημοσίου και του τ. ΟΓΑ.
Με το WordPress Automatic Plugin από την codecanyon
Πλέον στην ιστοσελίδα μας δημοσιεύονται αυτόματα άρθρα μέσω «RSS feeds».
Από όποια σελίδα μας τα προσφέρει!
Δεν φέρουμε καμιά απολύτως ευθύνη για το περιεχόμενο.
Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε Σε αυτή την τοποθεσία
Αν πιστεύεται πως αυτό το άρθρο πρέπει να διαγραφεί μην διστάσετε να μας βρείτε στα social media.


