Υγεία

Γιατί μας γοητεύει τόσο πολύ η υπόθεση της Λίντσεϊ Κλάνσι; – Galaksias Portal News

Η υπόθεση της Lindsay Clancy, της μητέρας που παραδέχθηκε ότι σκότωσε τα τρία μικρά παιδιά της τον Ιανουάριο του 2023, έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο διάλογο στις ΗΠΑ – και όχι μόνο. Πέρα όμως από το νομικό της σκέλος, αναδεικνύει και ένα ζήτημα που δύσκολα τίθεται επί τάπητος: πόσο έτοιμη είναι η κοινωνία να μιλήσει ανοιχτά για τις αντιφατικές, πολλές φορές απαγορευμένες, πλευρές της μητρότητας;

Αυτό το ερώτημα θέτει η κλινική ψυχολόγος Helen Marlo, Ph.D., κοσμήτορας της Σχολής Ψυχολογίας στο Notre Dame de Namur University και πιστοποιημένη ψυχαναλύτρια του C.G. Jung Institute of San Francisco σε άρθρο της στο Psychology Today. Όπως εξηγεί, ανεξάρτητα από το αν η υπόθεση της μητέρας καταλήξει σε καταδίκη ή αθώωση, η δημόσια συζήτηση έχει οργανωθεί γύρω από ένα έντονο δίπολο. Από τη μία, η Clancy παρουσιάζεται ως η «τερατώδης μητέρα», με το σκεπτικό ότι μια μητέρα που αγαπά τα παιδιά της δεν θα μπορούσε ποτέ να τα σκοτώσει. Από την άλλη, εμφανίζεται ως μια ψυχικά ασθενής γυναίκα και θύμα ενός συστήματος ψυχικής υγείας που απέτυχε να τη βοηθήσει.

Για την ειδικό, αυτός ο απόλυτος διαχωρισμός δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση. Αντανακλά, όπως υποστηρίζει, τη γενικότερη δυσκολία της κοινωνίας να αποδεχθεί ότι η μητρότητα μπορεί να περιλαμβάνει ταυτόχρονα αγάπη, αφοσίωση, θυμό, εξάντληση, αγανάκτηση και ανάγκη φυγής. 

Η μητρική αμφιθυμία που δύσκολα συζητείται

Η Δρ. Marlo θεωρεί ότι η ανάγκη να παρουσιαστεί η Clancy αποκλειστικά είτε ως θύτης είτε ως θύμα μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε μια πολύ πιο δύσκολη πραγματικότητα: αυτό που η ίδια αποκαλεί τη «σκοτεινή πλευρά» της μητρότητας και τη μητρική αμφιθυμία. «Μια μητέρα μπορεί να αγαπά βαθιά τα παιδιά της και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι ασφυκτιά από τις απαιτήσεις τους. Μπορεί να δυσκολεύεται να αποχωριστεί τα παιδιά της, αλλά συγχρόνως να έχει έντονη ανάγκη από προσωπικό χώρο. Η αγάπη μπορεί να συνυπάρχει με θυμό, αγανάκτηση ή ακόμη και φαντασιώσεις φυγής από την καθημερινότητα» εξηγεί.

Βέβαια, η ίδια σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι η συνηθισμένη μητρική αμφιθυμία δεν οδηγεί τις μητέρες στο να βλάψουν τα παιδιά τους. Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ειδικό, βρίσκεται αλλού: στην άρνηση της κοινωνίας να αναγνωρίσει ότι η εξάντληση, ο θυμός ή η δυσφορία μπορεί να αποτελούν μέρος της πραγματικής εμπειρίας της μητρότητας. Όταν αυτά τα συναισθήματα θεωρούνται σχεδόν απαγορευμένα, διατηρείται μια εξιδανικευμένη και μη ρεαλιστική εικόνα της «πάντα στοργικής» μητέρας.

Έτσι, υποστηρίζει, η μητρική επιθετικότητα και το έντονο στρες καταλήγουν να αποδίδονται μόνο σε δύο ακραίες κατηγορίες: στην ψυχικά ασθενή μητέρα ή στην «κακή» μητέρα. Η ψυχολόγος δεν αμφισβητεί ότι η Clancy αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας. Τονίζει, μάλιστα, ότι τα διαθέσιμα στοιχεία παραπέμπουν σε σημαντική ψυχιατρική επιβάρυνση και επιδείνωση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, από τον Σεπτέμβριο του 2022 η Clancy είχε απευθυνθεί σε τουλάχιστον έξι επαγγελματίες υγείας, είχε λάβει 14 διαφορετικά φάρμακα και είχε αναζητήσει βοήθεια σε κλινικές, Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών και ψυχιατρικά νοσοκομεία. Παρ’ όλα αυτά, η κατάστασή της επιδεινωνόταν. Η υπεράσπισή της υποστηρίζει ότι έπασχε από διπολική διαταραχή και επιλόχεια ψύχωση και ότι τελικά πίστεψε πως άκουγε μια φωνή που της έλεγε να σκοτώσει τα παιδιά της.

Επισημαίνει όμως ότι το να εξηγηθούν τα πάντα αποκλειστικά μέσω της ψυχικής νόσου είναι κοινωνικά πιο εύκολο. Έτσι διατηρείται η πεποίθηση ότι «μια μητέρα που αγαπά τα παιδιά της θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο μόνο επειδή ήταν ψυχικά ασθενής», χωρίς να χρειάζεται να συζητηθούν οι πιο σύνθετες συγκρούσεις που μπορεί να συνοδεύουν τη μητρότητα.

Η ταυτότητα της μητέρας και η δυσκολία του αποχωρισμού

Η ειδικός στέκεται ιδιαίτερα και στη σχέση της Clancy με τη μητρική της ταυτότητα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, ανησυχούσε έντονα για το αν ήταν «καλή μητέρα», είχε μεγάλο άγχος για τον ύπνο του μικρού Callan, φοβόταν ότι παραμελούσε τα άλλα παιδιά της και δυσκολευόταν να αποχωριστεί από αυτά. Παρόμοιο άγχος είχε εμφανίσει και μετά τις προηγούμενες γέννες της, ιδιαίτερα σε σχέση με την επιστροφή στην εργασία, ενώ μετά τη γέννηση του Callan τελικά δεν επέστρεψε ποτέ στη δουλειά της.

Για τη Marlo, αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι δεν αρκεί να εξετάζονται μόνο τα ψυχιατρικά συμπτώματα, αλλά και ολόκληρο το πλαίσιο της ζωής μιας γυναίκας. Όσο δυσκολότερος γινόταν για την Clancy ο αποχωρισμός από τα παιδιά της, τόσο περισσότερο η ταυτότητά της φαινόταν να περιορίζεται στον ρόλο της μητέρας.

Το γεγονός ότι εργαζόταν ως νοσηλεύτρια σε μονάδα τοκετών και γεννήσεων προσθέτει, κατά τη ψυχοθεραπεύτρια, ακόμη μία ψυχολογική διάσταση: η επιστροφή στη δουλειά θα σήμαινε ότι θα άφηνε τα δικά της παιδιά για να φροντίζει άλλες μητέρες και βρέφη, σε μια περίοδο που η ίδια βρισκόταν σε σοβαρή ψυχική επιβάρυνση.

«Θα μπορούσα να ήμουν εγώ»

Παρά τον αποτροπιασμό που προκαλούν οι λεπτομέρειες της υπόθεσης, η Δρ. Marlo σημειώνει την έντονη ταύτιση αρκετών γυναικών, ως προς το ψυχολογικό σκέλος. «Όταν κάποιες λένε “θα μπορούσα να ήμουν εγώ η Lindsay”, μπορεί να αναφέρονται στον φόβο μιας επιλόχειας ψυχικής διαταραχής, στην εξάντληση ή στον φόβο μιας ψυχικής κατάρρευσης» αναφέρει. Όμως, η ίδια θεωρεί ότι πίσω από αυτή την ταύτιση μπορεί να βρίσκεται και κάτι λιγότερο συνειδητό: η αναγνώριση συναισθημάτων θυμού ή επιθετικότητας που πολλές μητέρες έχουν νιώσει, χωρίς ποτέ να τα μετατρέψουν σε πράξη.

Ξεκαθαρίζει, βέβαια, ότι δε μιλά για δολοφονικές παρορμήσεις, αλλά για πολύ πιο καθημερινά συναισθήματα, τα οποία παραμένουν ταμπού. Στα περισσότερα από 30 χρόνια κλινικής πρακτικής της, όπως αναφέρει, έχει ακούσει μητέρες να παραδέχονται ότι κάποιες στιγμές μισούν τον ρόλο της μητέρας, αγανακτούν με το πόσο πολύ τις χρειάζεται το παιδί τους ή ακόμη ότι έχουν σκεφτεί πως θα ήθελαν να μην είχαν αποκτήσει παιδί.

Μάλιστα, επικαλείται μελέτη του 2024, σύμφωνα με την οποία σχεδόν το 54% των μητέρων που συμμετείχαν ανέφεραν ανεπιθύμητες, παρείσακτες σκέψεις ότι θα μπορούσαν σκόπιμα να βλάψουν το μωρό τους. «Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι θα τις έκαναν πράξη. Η σκέψη και η πράξη είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα» σημειώνει. «Η έντονη γοητεία, όμως, που ασκεί η υπόθεση ίσως σχετίζεται με τη βαθιά ανάγκη των γυναικών να τους επιτραπεί να παραδεχθούν ότι το να είσαι μητέρα δεν εξαφανίζει τα συναισθήματα δυσφορίας απέναντι στο παιδί σου κάποιες ημέρες, ούτε την ταυτόχρονη εμπειρία έντονης αγάπης και μίσους απέναντι στο βάρος μιας τόσο μεγάλης ευθύνης» εξηγεί.

Με αυτή την έννοια, υποστηρίζει η Helen Marlo, η υπόθεση Clancy «κάνει το ανείπωτο να μπορεί να ειπωθεί». Φέρνει στην επιφάνεια αυτό που στη γιουνγκιανή ψυχολογία περιγράφεται ως η «σκιά» της μητρότητας: όλα εκείνα τα δύσκολα συναισθήματα που δεν ταιριάζουν στην εικόνα της πάντα στοργικής και αφοσιωμένης μητέρας. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που υπόθεση ασκεί τόσο μεγάλη έλξη, καταλήγει η ειδικός.

Διαβάστε επίσης

Η μητρότητα θωρακίζει τις γυναίκες από εγκεφαλικά επεισόδια – «Κλειδί» ο αριθμός των παιδιών

«Ήμουν η πρώτη Ελληνίδα που απέκτησα παιδί με εξωσωματική» – 4 μοναδικές ιστορίες για τη μητρότητα

Μητρότητα και ρευματικά νοσήματα: 5 συμβουλές για την αποφυγή τραυματισμών στη φροντίδα του μωρού

Αναπαραγωγή άρθου από εδώ

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button